いつもっろう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναμένω τον εχθρό ξεκούραστος ενώ εκείνος εξαντλείται

Κλίση

Παρόν (απλό)
逸を以て労を待つ
Παρόν (ευγενικό)
逸を以て労を待ちます
Άρνηση (απλή)
逸を以て労を待たない
Άρνηση (ευγενική)
逸を以て労を待ちません
Παρελθόν (απλό)
逸を以て労を待った
Παρελθόν (ευγενικό)
逸を以て労を待ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
逸を以て労を待たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
逸を以て労を待ちませんでした
Τε-μορφή
逸を以て労を待って
Δυνητική
逸を以て労を待てる
Προστακτική
逸を以て労を待て
Βουλητική
逸を以て労を待とう
Υποθετική (ば)
逸を以て労を待てば