ひっそく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παγίδευση (χωρίς διέξοδο)
  2. 02 κοινωνική απομόνωση λόγω προσωπικών οικονομικών δυσκολιών
  3. 03 ιστορικό κατ' οίκον περιορισμός (περίοδος Έντο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
逼塞する
Παρόν (ευγενικό)
逼塞します
Άρνηση (απλή)
逼塞しない
Άρνηση (ευγενική)
逼塞しません
Παρελθόν (απλό)
逼塞した
Παρελθόν (ευγενικό)
逼塞しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
逼塞しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
逼塞しませんでした
Τε-μορφή
逼塞して
Δυνητική
逼塞できる
Προστακτική
逼塞しろ
Βουλητική
逼塞しよう
Υποθετική (ば)
逼塞すれば