遂ついに

επίρρημα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επιτέλους, τελικά, στο τέλος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα στο τέλος, τελικά, ποτέ (δεν συνέβη)

Παραδείγματα

  • 遂ついに着ついた。

    Επιτέλους φτάσαμε.

  • 長ながい時間待じかんまったが、遂ついに彼かれは来こなかった。

    Περίμενα πολύ ώρα, αλλά τελικά δεν ήρθε.

  • 何年なんねんもかかったが、彼かれは遂ついに夢ゆめを実現じつげんした。

    Χρειάστηκαν χρόνια, αλλά επιτέλους πραγματοποίησε το όνειρό του.