はつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθυστερημένη αναχώρηση, καθυστερημένη έναρξη
  2. 02 καθυστερημένη έναρξη, όψιμη εμφάνιση
  3. 03 καθυστερημένη ανάφλεξη, καθυστερημένη πυροδότηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
遅発する
Παρόν (ευγενικό)
遅発します
Άρνηση (απλή)
遅発しない
Άρνηση (ευγενική)
遅発しません
Παρελθόν (απλό)
遅発した
Παρελθόν (ευγενικό)
遅発しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
遅発しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
遅発しませんでした
Τε-μορφή
遅発して
Δυνητική
遅発できる
Προστακτική
遅発しろ
Βουλητική
遅発しよう
Υποθετική (ば)
遅発すれば