あしら

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μεταχειρίζομαι, διαχειρίζομαι, αντιμετωπίζω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τακτοποιώ, διακοσμώ, στολίζω, γαρνίρω

Κλίση

Παρόν (απλό)
遇う
Παρόν (ευγενικό)
遇います
Άρνηση (απλή)
遇わない
Άρνηση (ευγενική)
遇いません
Παρελθόν (απλό)
遇った
Παρελθόν (ευγενικό)
遇いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
遇わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
遇いませんでした
Τε-μορφή
遇って
Δυνητική
遇える
Προστακτική
遇え
Βουλητική
遇おう
Υποθετική (ば)
遇えば