あそばせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφήνω (κάποιον) να παίξει, απασχολώ, διασκεδάζω
  2. 02 αφήνω σε αχρηστία, δεν χρησιμοποιώ, αφήνω να πάει χαμένο

Κλίση

Παρόν (απλό)
遊ばせる
Παρόν (ευγενικό)
遊ばせます
Άρνηση (απλή)
遊ばせない
Άρνηση (ευγενική)
遊ばせません
Παρελθόν (απλό)
遊ばせた
Παρελθόν (ευγενικό)
遊ばせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
遊ばせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
遊ばせませんでした
Τε-μορφή
遊ばせて
Δυνητική
遊ばせられる
Προστακτική
遊ばせろ
Βουλητική
遊ばせよう
Υποθετική (ば)
遊ばせれば