遊び
ουσιαστικό | N4 | Μετάφραση από JMdict
- 01 παιχνίδι, παίξιμο
- 02 ευχαρίστηση, διασκέδαση, ψυχαγωγία, αναψυχή
- 03 τζόγος (σε μηχανισμό, π.χ. σε τιμόνι), κενό, χαλαρότητα
- 04 ευελιξία (σε παράσταση, τέχνη κ.λπ.), ελευθερία
- 05 συντομογραφία άγραφο φύλλο
Παραδείγματα
-
今日は友達と遊びます。
Σήμερα θα παίξω/βγω με τους φίλους μου.
-
子供たちにとって、自由な遊びの時間はとても大切です。
Για τα παιδιά, ο ελεύθερος χρόνος για παιχνίδι είναι πολύ σημαντικός.
-
仕事ばかりで遊びがないと、心が疲れてしまうので、適度な息抜きも必要です。
Αν υπάρχει μόνο δουλειά και καθόλου διασκέδαση, η ψυχή κουράζεται, οπότε χρειάζεται και μια λογική ανάπαυλα.