あそ

ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παίζω (παιχνίδια, αθλήματα), διασκεδάζω, περνάω καλά
  2. 02 μπλέκομαι, ανακατεύομαι, επιδίδομαι (με το αλκοόλ, τον τζόγο, τις ερωτικές περιπέτειες κ.λπ.)
  3. 03 αδρανώ, τεμπελιάζω, δεν κάνω τίποτα, παραμένω αχρησιμοποίητος
  4. 04 συναντιέμαι (με φίλους), κάνω παρέα, βγαίνω
  5. 05 παραδίδομαι, αφήνομαι (στον τζόγο, το ποτό κ.λπ.)
  6. 06 πηγαίνω (για διασκέδαση ή για σπουδές)
  7. 07 πειράζω (κάποιον), παίζω (με)
  8. 08 ρίχνω σκόπιμα μια μπάλα για να μειώσω τη συγκέντρωση του χτυπητή

Παραδείγματα

  • 子供こども公園こうえんあそびます

    Το παιδί παίζει στο πάρκο.

  • 週末しゅうまつ友達ともだち映画えいがたり、ものをしたりしてあそびました

    Το σαββατοκύριακο βγήκα με φίλους, είδαμε ταινία και ψωνίσαμε.

  • 若気わかげいたりで、無責任むせきにんあそんでばかりいた時期じきもありましたが、いまとなってはそれも経験けいけんだったとおもいます。

    Λόγω της νεανικής μου απειρίας, υπήρξε μια περίοδος που απλώς διασκέδαζα ανεύθυνα, αλλά τώρα πια το θεωρώ κι αυτό μια καλή εμπειρία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
遊ぶ
Παρόν (ευγενικό)
遊びます
Άρνηση (απλή)
遊ばない
Άρνηση (ευγενική)
遊びません
Παρελθόν (απλό)
遊んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
遊びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
遊ばなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
遊びませんでした
Τε-μορφή
遊んで
Δυνητική
遊べる
Προστακτική
遊べ
Βουλητική
遊ぼう
Υποθετική (ば)
遊べば