ゆうきょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διασκέδαση, ξεφάντωμα (ιδιαίτερα με οινοποσία και γυναίκες), απολαύσεις

Κλίση

Παρόν (απλό)
遊興する
Παρόν (ευγενικό)
遊興します
Άρνηση (απλή)
遊興しない
Άρνηση (ευγενική)
遊興しません
Παρελθόν (απλό)
遊興した
Παρελθόν (ευγενικό)
遊興しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
遊興しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
遊興しませんでした
Τε-μορφή
遊興して
Δυνητική
遊興できる
Προστακτική
遊興しろ
Βουλητική
遊興しよう
Υποθετική (ば)
遊興すれば