うんこうてん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στροφή της τύχης προς το καλύτερο, αλλαγή της τύχης προς το ευνοϊκότερο

Κλίση

Παρόν (απλό)
運気好転する
Παρόν (ευγενικό)
運気好転します
Άρνηση (απλή)
運気好転しない
Άρνηση (ευγενική)
運気好転しません
Παρελθόν (απλό)
運気好転した
Παρελθόν (ευγενικό)
運気好転しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
運気好転しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
運気好転しませんでした
Τε-μορφή
運気好転して
Δυνητική
運気好転できる
Προστακτική
運気好転しろ
Βουλητική
運気好転しよう
Υποθετική (ば)
運気好転すれば