うんてんわせる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναστέλλω τη λειτουργία (ιδιαίτερα συρμών), σταματώ την οδήγηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
運転を見合わせる
Παρόν (ευγενικό)
運転を見合わせます
Άρνηση (απλή)
運転を見合わせない
Άρνηση (ευγενική)
運転を見合わせません
Παρελθόν (απλό)
運転を見合わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
運転を見合わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
運転を見合わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
運転を見合わせませんでした
Τε-μορφή
運転を見合わせて
Δυνητική
運転を見合わせられる
Προστακτική
運転を見合わせろ
Βουλητική
運転を見合わせよう
Υποθετική (ば)
運転を見合わせれば