Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
運転取り止め
運
運
うん
転
てん
取
と
り
止
や
め
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
διακοπή δρομολογίων (τρένου, λεωφορείου κ.λπ.), αναστολή λειτουργίας