ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περνώ, παρέρχομαι

Παραδείγματα

  • 時間じかん

    Ο χρόνος περνάει.

  • かなしい々もいつかはしんじています。

    Πιστεύω ότι και οι λυπηρές μέρες κάποτε θα περάσουν.

  • 一度いちどってしまった青春時代せいしゅんじだいは、もはや二度にどもどらないとさとった。

    Συνειδητοποίησα ότι τα χρόνια της νιότης, αφού περάσουν, δεν επιστρέφουν ποτέ πια.

Κλίση

Παρόν (απλό)
過ぎ去る
Παρόν (ευγενικό)
過ぎ去ります
Άρνηση (απλή)
過ぎ去らない
Άρνηση (ευγενική)
過ぎ去りません
Παρελθόν (απλό)
過ぎ去った
Παρελθόν (ευγενικό)
過ぎ去りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
過ぎ去らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
過ぎ去りませんでした
Τε-μορφή
過ぎ去って
Δυνητική
過ぎ去れる
Προστακτική
過ぎ去れ
Βουλητική
過ぎ去ろう
Υποθετική (ば)
過ぎ去れば