Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
過ぎ来し方
過
過
す
ぎ
来
こ
し
方
かた
άλλο
|
Μετάφραση από
JMdict
01
το παρελθόν, οι περασμένες μέρες (χρόνια, ηλικία κ.λπ.)
02
η πορεία (διαδρομή) από την οποία ήρθε κάποιος, η κατεύθυνση από την οποία ήρθε