過ごす
ρήμα, επίθημα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 περνώ (χρόνο), διάγω (βίο), ζω
- 02 το παρακάνω (ειδικά με το αλκοόλ), πίνω (αλκοόλ), το παρατραβώ, το παραβγάζω
- 03 παρωχημένο φροντίζω, συντηρώ
- 04 επίθημα το παρακάνω, κάνω υπερβολικά
- 05 επίθημα το αφήνω να περάσει (χωρίς να ενεργήσω), δεν εμπλέκομαι
Παραδείγματα
-
毎日楽しく過します。
Περνάω όμορφα κάθε μέρα.
-
週末は家族と家でゆっくり過しました。
Το Σαββατοκύριακο το πέρασα χαλαρά στο σπίτι με την οικογένειά μου.
-
限られた時間をいかに有意義に過すかは、人生の質を決める重要な要素です。
Το πώς θα αξιοποιήσει κανείς τον περιορισμένο του χρόνο με ουσιαστικό τρόπο, είναι ένας καθοριστικός παράγοντας για την ποιότητα της ζωής του.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 過ごす
- Παρόν (ευγενικό)
- 過ごします
- Άρνηση (απλή)
- 過ごさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 過ごしません
- Παρελθόν (απλό)
- 過ごした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 過ごしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 過ごさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 過ごしませんでした
- Τε-μορφή
- 過ごして
- Δυνητική
- 過ごせる
- Προστακτική
- 過ごせ
- Βουλητική
- 過ごそう
- Υποθετική (ば)
- 過ごせば
- Υποθετική (たら)
- 過ごしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 過ごしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 過ごすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 過ごしなさい
- Παθητική
- 過ごされる
- Αιτιατική
- 過ごさせる