過か去こ

ουσιαστικό, επίρρημα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρελθόν, περασμένες μέρες
  2. 02 παρελθόν (που κάποιος θα προτιμούσε να μείνει μυστικό)
  3. 03 παρελθοντικός χρόνος, αόριστος
  4. 04 προηγούμενη ζωή

Παραδείγματα

  • 過去かこは変かえられない。

    Το παρελθόν δεν αλλάζει.

  • 彼かれは過去かこを振ふり返かえって、将来しょうらいについて考かんがえました。

    Αναλογίστηκε το παρελθόν και σκέφτηκε για το μέλλον.

  • どんなに辛つらい過去かこがあっても、それを乗のり越こえて前まえへ進すすむことが大切たいせつです。

    Όσο δύσκολο κι αν ήταν το παρελθόν σου, είναι σημαντικό να το ξεπεράσεις και να προχωρήσεις μπροστά.