ねつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπερθέρμανση, υπερβολική θέρμανση
  2. 02 υπερθέρμανση (θέρμανση υγρού πάνω από το σημείο βρασμού του χωρίς να προκληθεί βρασμός)
  3. 03 υπερβολή, υπερένταση, υπερθέρμανση (μιας οικονομίας, μιας συζήτησης κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
過熱する
Παρόν (ευγενικό)
過熱します
Άρνηση (απλή)
過熱しない
Άρνηση (ευγενική)
過熱しません
Παρελθόν (απλό)
過熱した
Παρελθόν (ευγενικό)
過熱しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
過熱しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
過熱しませんでした
Τε-μορφή
過熱して
Δυνητική
過熱できる
Προστακτική
過熱しろ
Βουλητική
過熱しよう
Υποθετική (ば)
過熱すれば