ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποπληθυσμός, μείωση του πληθυσμού

Κλίση

Παρόν (απλό)
過疎化する
Παρόν (ευγενικό)
過疎化します
Άρνηση (απλή)
過疎化しない
Άρνηση (ευγενική)
過疎化しません
Παρελθόν (απλό)
過疎化した
Παρελθόν (ευγενικό)
過疎化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
過疎化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
過疎化しませんでした
Τε-μορφή
過疎化して
Δυνητική
過疎化できる
Προστακτική
過疎化しろ
Βουλητική
過疎化しよう
Υποθετική (ば)
過疎化すれば