みちける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανοίγω δρόμο
  2. 02 διδάσκω τα βασικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
道を付ける
Παρόν (ευγενικό)
道を付けます
Άρνηση (απλή)
道を付けない
Άρνηση (ευγενική)
道を付けません
Παρελθόν (απλό)
道を付けた
Παρελθόν (ευγενικό)
道を付けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
道を付けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
道を付けませんでした
Τε-μορφή
道を付けて
Δυνητική
道を付けられる
Προστακτική
道を付けろ
Βουλητική
道を付けよう
Υποθετική (ば)
道を付ければ