みちはば

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εμποδίζω τον δρόμο κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
道を阻む
Παρόν (ευγενικό)
道を阻みます
Άρνηση (απλή)
道を阻まない
Άρνηση (ευγενική)
道を阻みません
Παρελθόν (απλό)
道を阻んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
道を阻みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
道を阻まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
道を阻みませんでした
Τε-μορφή
道を阻んで
Δυνητική
道を阻める
Προστακτική
道を阻め
Βουλητική
道を阻もう
Υποθετική (ば)
道を阻めば