みちしん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρωχημένο οδοποιία, επισκευή δρόμου, οδικά έργα

Κλίση

Παρόν (απλό)
道普請する
Παρόν (ευγενικό)
道普請します
Άρνηση (απλή)
道普請しない
Άρνηση (ευγενική)
道普請しません
Παρελθόν (απλό)
道普請した
Παρελθόν (ευγενικό)
道普請しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
道普請しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
道普請しませんでした
Τε-μορφή
道普請して
Δυνητική
道普請できる
Προστακτική
道普請しろ
Βουλητική
道普請しよう
Υποθετική (ば)
道普請すれば