道楽
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: みちがく
- 01 ασχολία, χόμπι, αγαπημένη διασκέδαση
- 02 υποτιμητικό ακολασία, ξεπεσμός, έκλυτος βίος, σπατάλη, επιδιδόμενος στο αλκοόλ, στις γυναίκες, στα τυχερά παιχνίδια κ.λπ., ασέλγεια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 道楽する
- Παρόν (ευγενικό)
- 道楽します
- Άρνηση (απλή)
- 道楽しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 道楽しません
- Παρελθόν (απλό)
- 道楽した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 道楽しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 道楽しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 道楽しませんでした
- Τε-μορφή
- 道楽して
- Δυνητική
- 道楽できる
- Προστακτική
- 道楽しろ
- Βουλητική
- 道楽しよう
- Υποθετική (ば)
- 道楽すれば
- Υποθετική (たら)
- 道楽したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 道楽したい
- Απαγορευτική (~な)
- 道楽するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 道楽しなさい
- Παθητική
- 道楽される
- Αιτιατική
- 道楽させる