みちくさ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρεκκλίνω της πορείας μου, καθυστερώ στον δρόμο, χάνω τον χρόνο μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
道草を食う
Παρόν (ευγενικό)
道草を食います
Άρνηση (απλή)
道草を食わない
Άρνηση (ευγενική)
道草を食いません
Παρελθόν (απλό)
道草を食った
Παρελθόν (ευγενικό)
道草を食いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
道草を食わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
道草を食いませんでした
Τε-μορφή
道草を食って
Δυνητική
道草を食える
Προστακτική
道草を食え
Βουλητική
道草を食おう
Υποθετική (ば)
道草を食えば