みちれにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναγκάζω κάποιον να ακολουθήσει, παρασύρω κάποιον παρά τη θέλησή του

Κλίση

Παρόν (απλό)
道連れにする
Παρόν (ευγενικό)
道連れにします
Άρνηση (απλή)
道連れにしない
Άρνηση (ευγενική)
道連れにしません
Παρελθόν (απλό)
道連れにした
Παρελθόν (ευγενικό)
道連れにしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
道連れにしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
道連れにしませんでした
Τε-μορφή
道連れにして
Δυνητική
道連れにできる
Προστακτική
道連れにしろ
Βουλητική
道連れにしよう
Υποθετική (ば)
道連れにすれば