たっ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φτάνω, καταλήγω

Κλίση

Παρόν (απλό)
達す
Παρόν (ευγενικό)
達します
Άρνηση (απλή)
達さない
Άρνηση (ευγενική)
達しません
Παρελθόν (απλό)
達した
Παρελθόν (ευγενικό)
達しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
達さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
達しませんでした
Τε-μορφή
達して
Δυνητική
達せる
Προστακτική
達せ
Βουλητική
達そう
Υποθετική (ば)
達せば