たっかん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φιλοσοφική θεώρηση, αντιμετώπιση με φιλοσοφική διάθεση
  2. 02 μακρόπνοη οπτική, διορατική ματιά

Κλίση

Παρόν (απλό)
達観する
Παρόν (ευγενικό)
達観します
Άρνηση (απλή)
達観しない
Άρνηση (ευγενική)
達観しません
Παρελθόν (απλό)
達観した
Παρελθόν (ευγενικό)
達観しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
達観しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
達観しませんでした
Τε-μορφή
達観して
Δυνητική
達観できる
Προστακτική
達観しろ
Βουλητική
達観しよう
Υποθετική (ば)
達観すれば