ちが

ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαφορά, διάκριση, ασυμφωνία
  2. 02 λάθος, σφάλμα

Παραδείγματα

  • これとそれはちががあります。

    Αυτό κι εκείνο έχουν διαφορά.

  • ふたつの意見いけんにはおおきなちががあった。

    Υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις δύο απόψεις.

  • おなじようにえても、かんがかたにはおおきなちががあるものだとおもいます。

    Ακόμη κι αν φαίνονται ίδια, πιστεύω πως υπάρχει μεγάλη διαφορά στον τρόπο σκέψης.