めい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανυπακοή

Κλίση

Παρόν (απλό)
違命する
Παρόν (ευγενικό)
違命します
Άρνηση (απλή)
違命しない
Άρνηση (ευγενική)
違命しません
Παρελθόν (απλό)
違命した
Παρελθόν (ευγενικό)
違命しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
違命しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
違命しませんでした
Τε-μορφή
違命して
Δυνητική
違命できる
Προστακτική
違命しろ
Βουλητική
違命しよう
Υποθετική (ば)
違命すれば