やく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραβίαση σύμβασης, αθέτηση όρων

Κλίση

Παρόν (απλό)
違約する
Παρόν (ευγενικό)
違約します
Άρνηση (απλή)
違約しない
Άρνηση (ευγενική)
違約しません
Παρελθόν (απλό)
違約した
Παρελθόν (ευγενικό)
違約しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
違約しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
違約しませんでした
Τε-μορφή
違約して
Δυνητική
違約できる
Προστακτική
違約しろ
Βουλητική
違約しよう
Υποθετική (ば)
違約すれば