遠のく
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 απομακρύνομαι, αποστασιοποιούμαι, εξασθενώ, σβήνω
- 02 απομακρύνομαι (από πρόσωπο ή δραστηριότητα), αποστασιοποιούμαι, αραιώνω (π.χ. επισκέψεις), μειώνομαι (π.χ. πελατεία)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 遠のく
- Παρόν (ευγενικό)
- 遠のきます
- Άρνηση (απλή)
- 遠のかない
- Άρνηση (ευγενική)
- 遠のきません
- Παρελθόν (απλό)
- 遠のいた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 遠のきました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 遠のかなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 遠のきませんでした
- Τε-μορφή
- 遠のいて
- Δυνητική
- 遠のける
- Προστακτική
- 遠のけ
- Βουλητική
- 遠のこう
- Υποθετική (ば)
- 遠のけば
- Υποθετική (たら)
- 遠のいたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 遠のきたい
- Απαγορευτική (~な)
- 遠のくな
- Προστακτική (ευγενική)
- 遠のきなさい
- Παθητική
- 遠のかれる
- Αιτιατική
- 遠のかせる