とお

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ουρλιαχτό (μακρινό), ολολυγμός
  2. 02 ιδιωματισμός κακολογία, κριτική κάποιου πίσω από την πλάτη του

Κλίση

Παρόν (απλό)
遠吠えする
Παρόν (ευγενικό)
遠吠えします
Άρνηση (απλή)
遠吠えしない
Άρνηση (ευγενική)
遠吠えしません
Παρελθόν (απλό)
遠吠えした
Παρελθόν (ευγενικό)
遠吠えしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
遠吠えしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
遠吠えしませんでした
Τε-μορφή
遠吠えして
Δυνητική
遠吠えできる
Προστακτική
遠吠えしろ
Βουλητική
遠吠えしよう
Υποθετική (ば)
遠吠えすれば