とお

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεγάλη καλπασμός, μεγάλη ιππασία

Κλίση

Παρόν (απλό)
遠駆けする
Παρόν (ευγενικό)
遠駆けします
Άρνηση (απλή)
遠駆けしない
Άρνηση (ευγενική)
遠駆けしません
Παρελθόν (απλό)
遠駆けした
Παρελθόν (ευγενικό)
遠駆けしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
遠駆けしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
遠駆けしませんでした
Τε-μορφή
遠駆けして
Δυνητική
遠駆けできる
Προστακτική
遠駆けしろ
Βουλητική
遠駆けしよう
Υποθετική (ば)
遠駆けすれば