らかす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα διαπράττω (κάτι αρνητικό), κάνω (γκάφα), υποπίπτω σε (σφάλμα), τα θαλασσώνω
  2. 02 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα τρώω, πίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
遣らかす
Παρόν (ευγενικό)
遣らかします
Άρνηση (απλή)
遣らかさない
Άρνηση (ευγενική)
遣らかしません
Παρελθόν (απλό)
遣らかした
Παρελθόν (ευγενικό)
遣らかしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
遣らかさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
遣らかしませんでした
Τε-μορφή
遣らかして
Δυνητική
遣らかせる
Προστακτική
遣らかせ
Βουλητική
遣らかそう
Υποθετική (ば)
遣らかせば