そんじる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τα κάνω θάλασσα, αποτυγχάνω, σφάλλω
  2. 02 οδηγώ κακώς (για όχημα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
遣り損じる
Παρόν (ευγενικό)
遣り損じます
Άρνηση (απλή)
遣り損じない
Άρνηση (ευγενική)
遣り損じません
Παρελθόν (απλό)
遣り損じた
Παρελθόν (ευγενικό)
遣り損じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
遣り損じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
遣り損じませんでした
Τε-μορφή
遣り損じて
Δυνητική
遣り損じられる
Προστακτική
遣り損じろ
Βουλητική
遣り損じよう
Υποθετική (ば)
遣り損じれば