ρήμα, επίθημα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη κάνω, αναλαμβάνω, εκτελώ, παίζω (παιχνίδι), μελετώ
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα στέλνω, αποστέλλω
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα βάζω, μετακινώ, στρέφω (το κεφάλι, το βλέμμα κ.λπ.)
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα δίνω (ειδικά σε κάποιον ίσης ή χαμηλότερης κοινωνικής θέσης), παραχωρώ, παρουσιάζω, απονέμω
  5. 05 συνήθως γραμμένο με κάνα αναπτύσσω ταχύτητα (σε όχημα)
  6. 06 συνήθως γραμμένο με κάνα διευθύνω (επιχείρηση), διατηρώ, ασχολούμαι με, εξασκώ (νομικά, ιατρική κ.λπ.)
  7. 07 συνήθως γραμμένο με κάνα καταναλώνω (φαγητό, ποτό κ.λπ.), τρώω, πίνω, καπνίζω
  8. 08 συνήθως γραμμένο με κάνα διοργανώνω (παράσταση), εκτελώ, παρουσιάζω
  9. 09 συνήθως γραμμένο με κάνα ηρεμώ (το μυαλό)
  10. 10 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα βλάπτω, τραυματίζω, σκοτώνω
  11. 11 συνήθως γραμμένο με κάνα αργκό χυδαίο κάνω σεξ, γαμώ
  12. 12 συνήθως γραμμένο με κάνα ζω, τα βγάζω πέρα, τα πηγαίνω καλά
  13. 13 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα κάνω κάτι ολοκληρωτικά
  14. 14 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα κάνω κάτι εκτεταμένα, κάνω κάτι σε μεγάλη απόσταση
  15. 15 συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω κάτι για (κάποιον ίσης ή χαμηλότερης κοινωνικής θέσης), κάνω κάτι σε
  16. 16 συνήθως γραμμένο με κάνα καταβάλλω ενεργές προσπάθειες για να...

Κλίση

Παρόν (απλό)
遣る
Παρόν (ευγενικό)
遣ります
Άρνηση (απλή)
遣らない
Άρνηση (ευγενική)
遣りません
Παρελθόν (απλό)
遣った
Παρελθόν (ευγενικό)
遣りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
遣らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
遣りませんでした
Τε-μορφή
遣って
Δυνητική
遣れる
Προστακτική
遣れ
Βουλητική
遣ろう
Υποθετική (ば)
遣れば