つかわす

ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στέλνω, αποστέλλω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα απονέμω (χάρη κ.λπ.), παραχωρώ (π.χ. συγχώρεση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
遣わす
Παρόν (ευγενικό)
遣わします
Άρνηση (απλή)
遣わさない
Άρνηση (ευγενική)
遣わしません
Παρελθόν (απλό)
遣わした
Παρελθόν (ευγενικό)
遣わしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
遣わさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
遣わしませんでした
Τε-μορφή
遣わして
Δυνητική
遣わせる
Προστακτική
遣わせ
Βουλητική
遣わそう
Υποθετική (ば)
遣わせば