かな

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξυπηρετώ (τις ανάγκες, τα γούστα, τον σκοπό κ.λπ.), καλύπτω (προσδοκίες, επιθυμίες κ.λπ.), ανταποκρίνομαι σε (π.χ. ιδανικά), συνάδω με (τον νόμο, τα πρότυπα κ.λπ.), είμαι σύμφωνος με (τη λογική, την ηθική κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
適う
Παρόν (ευγενικό)
適います
Άρνηση (απλή)
適わない
Άρνηση (ευγενική)
適いません
Παρελθόν (απλό)
適った
Παρελθόν (ευγενικό)
適いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
適わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
適いませんでした
Τε-μορφή
適って
Δυνητική
適える
Προστακτική
適え
Βουλητική
適おう
Υποθετική (ば)
適えば