適てき当とう

επίθετο, ουσιαστικό | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατάλληλος, ενδεδειγμένος, αρμόζων, επαρκής
  2. 02 πρόχειρος, απρόσεκτος, αμελής, αναξιόπιστος, ανεύθυνος, τυπικός

Παραδείγματα

  • 彼かれは適当てきとうです。

    Είναι επιπόλαιος.

  • 適当てきとうな返事へんじをしてはいけません。

    Δεν πρέπει να δίνεις πρόχειρες απαντήσεις.

  • 彼女かのじょはいつも物事ものごとを適当てきとうに済すませようとするから、信頼しんらいできない。

    Επειδή αυτή πάντα προσπαθεί να διεκπεραιώνει τα πράγματα αδιάφορα, δεν μπορεί κανείς να την εμπιστευτεί.