遭そう遇ぐう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνάντηση, τυχαία συνάντηση, αντιμετώπιση (π.χ. ατυχήματος ή δυσκολίας)

Παραδείγματα

  • 熊くまに遭遇そうぐうしました。

    Έπεσα πάνω σε μια αρκούδα.

  • 旅たびの途中とちゅうで、様々さまざまな困難こんなんに遭遇そうぐうしました。

    Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, αντιμετώπισα διάφορες δυσκολίες.

  • 私わたしたちは、予期よきせぬ事態じたいに遭遇そうぐうした際さい、どのように対応たいおうすべきか、常つねに考かんがえておく必要ひつようがあります。

    Είναι απαραίτητο να έχουμε πάντα στο μυαλό μας πώς να ανταποκριθούμε όταν βρεθούμε αντιμέτωποι με απρόβλεπτες καταστάσεις.

Κλίση

Παρόν (απλό)
遭遇する
Παρόν (ευγενικό)
遭遇します
Άρνηση (απλή)
遭遇しない
Άρνηση (ευγενική)
遭遇しません
Παρελθόν (απλό)
遭遇した
Παρελθόν (ευγενικό)
遭遇しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
遭遇しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
遭遇しませんでした
Τε-μορφή
遭遇して
Δυνητική
遭遇できる
Προστακτική
遭遇しろ
Βουλητική
遭遇しよう
Υποθετική (ば)
遭遇すれば