じゅんこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπακοή, τήρηση, προσήλωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
遵行する
Παρόν (ευγενικό)
遵行します
Άρνηση (απλή)
遵行しない
Άρνηση (ευγενική)
遵行しません
Παρελθόν (απλό)
遵行した
Παρελθόν (ευγενικό)
遵行しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
遵行しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
遵行しませんでした
Τε-μορφή
遵行して
Δυνητική
遵行できる
Προστακτική
遵行しろ
Βουλητική
遵行しよう
Υποθετική (ば)
遵行すれば