せんぎょ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετεγκατάσταση του αυτοκράτορα, ενός παραιτημένου αυτοκράτορα ή της βασιλομήτορος
  2. 02 μεταφορά ιερού, θεϊκού πνεύματος ή λατρευτικού αντικειμένου

Κλίση

Παρόν (απλό)
遷御する
Παρόν (ευγενικό)
遷御します
Άρνηση (απλή)
遷御しない
Άρνηση (ευγενική)
遷御しません
Παρελθόν (απλό)
遷御した
Παρελθόν (ευγενικό)
遷御しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
遷御しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
遷御しませんでした
Τε-μορφή
遷御して
Δυνητική
遷御できる
Προστακτική
遷御しろ
Βουλητική
遷御しよう
Υποθετική (ば)
遷御すれば