えら

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαλέγω (και παίρνω), επιλέγω, διαλέγω (κάτι)

Κλίση

Παρόν (απλό)
選び取る
Παρόν (ευγενικό)
選び取ります
Άρνηση (απλή)
選び取らない
Άρνηση (ευγενική)
選び取りません
Παρελθόν (απλό)
選び取った
Παρελθόν (ευγενικό)
選び取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
選び取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
選び取りませんでした
Τε-μορφή
選び取って
Δυνητική
選び取れる
Προστακτική
選び取れ
Βουλητική
選び取ろう
Υποθετική (ば)
選び取れば