せんことにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανήκω σε διαφορετικό είδος, ανήκω σε διαφορετική κατηγορία

Κλίση

Παρόν (απλό)
選を異にする
Παρόν (ευγενικό)
選を異にします
Άρνηση (απλή)
選を異にしない
Άρνηση (ευγενική)
選を異にしません
Παρελθόν (απλό)
選を異にした
Παρελθόν (ευγενικό)
選を異にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
選を異にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
選を異にしませんでした
Τε-μορφή
選を異にして
Δυνητική
選を異にできる
Προστακτική
選を異にしろ
Βουλητική
選を異にしよう
Υποθετική (ば)
選を異にすれば