せんこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαλογή μεταλλεύματος, εμπλουτισμός μεταλλεύματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
選鉱する
Παρόν (ευγενικό)
選鉱します
Άρνηση (απλή)
選鉱しない
Άρνηση (ευγενική)
選鉱しません
Παρελθόν (απλό)
選鉱した
Παρελθόν (ευγενικό)
選鉱しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
選鉱しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
選鉱しませんでした
Τε-μορφή
選鉱して
Δυνητική
選鉱できる
Προστακτική
選鉱しろ
Βουλητική
選鉱しよう
Υποθετική (ば)
選鉱すれば