たい

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νεκρό σώμα, πτώμα, λείψανα

Παραδείγματα

  • 遺体いたいがあります。

    Υπάρχει ένα πτώμα.

  • 警察けいさつ遺体いたい調査ちょうさしています。

    Η αστυνομία ερευνά το πτώμα.

  • その遺体いたいはまだ身元みもと確認かくにんされておらず、捜査そうさつづけられています。

    Η ταυτότητα του νεκρού σώματος δεν έχει ακόμα επιβεβαιωθεί και οι έρευνες συνεχίζονται.