άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκπληρώνω την τελευταία επιθυμία κάποιου, συνεχίζω το έργο κάποιου βάσει της τελευταίας του βούλησης

Κλίση

Παρόν (απλό)
遺志を継ぐ
Παρόν (ευγενικό)
遺志を継ぎます
Άρνηση (απλή)
遺志を継がない
Άρνηση (ευγενική)
遺志を継ぎません
Παρελθόν (απλό)
遺志を継いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
遺志を継ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
遺志を継がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
遺志を継ぎませんでした
Τε-μορφή
遺志を継いで
Δυνητική
遺志を継げる
Προστακτική
遺志を継げ
Βουλητική
遺志を継ごう
Υποθετική (ば)
遺志を継げば