遺留
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κληροδότημα, περιουσία που αφήνεται πίσω μετά θάνατον
- 02 εγκατάλειψη, το να ξεχνά κάποιος κάτι πίσω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 遺留する
- Παρόν (ευγενικό)
- 遺留します
- Άρνηση (απλή)
- 遺留しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 遺留しません
- Παρελθόν (απλό)
- 遺留した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 遺留しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 遺留しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 遺留しませんでした
- Τε-μορφή
- 遺留して
- Δυνητική
- 遺留できる
- Προστακτική
- 遺留しろ
- Βουλητική
- 遺留しよう
- Υποθετική (ば)
- 遺留すれば
- Υποθετική (たら)
- 遺留したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 遺留したい
- Απαγορευτική (~な)
- 遺留するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 遺留しなさい
- Παθητική
- 遺留される
- Αιτιατική
- 遺留させる