ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απαρχαιωμένο αποφυγή, αποποίηση, αποποίηση ευθύνης

Κλίση

Παρόν (απλό)
避忌する
Παρόν (ευγενικό)
避忌します
Άρνηση (απλή)
避忌しない
Άρνηση (ευγενική)
避忌しません
Παρελθόν (απλό)
避忌した
Παρελθόν (ευγενικό)
避忌しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
避忌しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
避忌しませんでした
Τε-μορφή
避忌して
Δυνητική
避忌できる
Προστακτική
避忌しろ
Βουλητική
避忌しよう
Υποθετική (ば)
避忌すれば