郊外化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξαστικοποίηση, τάση πληθυσμού να μετακινείται προς τα προάστια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 郊外化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 郊外化します
- Άρνηση (απλή)
- 郊外化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 郊外化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 郊外化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 郊外化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 郊外化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 郊外化しませんでした
- Τε-μορφή
- 郊外化して
- Δυνητική
- 郊外化できる
- Προστακτική
- 郊外化しろ
- Βουλητική
- 郊外化しよう
- Υποθετική (ば)
- 郊外化すれば
- Υποθετική (たら)
- 郊外化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 郊外化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 郊外化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 郊外化しなさい
- Παθητική
- 郊外化される
- Αιτιατική
- 郊外化させる