ごうをつける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βρίσκω τρόπο, βρίσκω χρόνο, προσπαθώ να διαθέσω χρόνο

Κλίση

Παρόν (απλό)
都合をつける
Παρόν (ευγενικό)
都合をつけます
Άρνηση (απλή)
都合をつけない
Άρνηση (ευγενική)
都合をつけません
Παρελθόν (απλό)
都合をつけた
Παρελθόν (ευγενικό)
都合をつけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
都合をつけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
都合をつけませんでした
Τε-μορφή
都合をつけて
Δυνητική
都合をつけられる
Προστακτική
都合をつけろ
Βουλητική
都合をつけよう
Υποθετική (ば)
都合をつければ